[AV] καυσώδης.
[AW] φύματα.
[AX] αὐτόπυρον.
[AY] εὔχυμα et κακόχυμα.
[AZ] πολύγονον.
[BA] στρύχνος.
[BB] ἑμιτριτα̃ιος.
[BC] κρισίμοι.
[BD] ζίσις.
[BE] φρεν̃ιτις.
[AV] καυσώδης.
[AW] φύματα.
[AX] αὐτόπυρον.
[AY] εὔχυμα et κακόχυμα.
[AZ] πολύγονον.
[BA] στρύχνος.
[BB] ἑμιτριτα̃ιος.
[BC] κρισίμοι.
[BD] ζίσις.
[BE] φρεν̃ιτις.