[FL] ἐπινυκτὶς.
[FM] ἀγρία.
[FN] ἄλφος.
[FO] μέλας.
[FP] λεύκη.
[FQ] σύκωσις.
[FR] ἀλωπεκία.
[FS] ὀφίασις.
[FT] φακία.
[FU] ἐφηλὶς.
[FL] ἐπινυκτὶς.
[FM] ἀγρία.
[FN] ἄλφος.
[FO] μέλας.
[FP] λεύκη.
[FQ] σύκωσις.
[FR] ἀλωπεκία.
[FS] ὀφίασις.
[FT] φακία.
[FU] ἐφηλὶς.