| [Judg. xiii. 24 f.]: καὶ ηὐλόγησεν αὐτὸν Κύριος, καὶ η ’ξήθη (al. ἡδρύνθη) τὸ παιδάριον· καὶ ἤρξατο πνεῦμα Κυρίου συμπορεύεσθαι αὐτῷ ἐν παρεμβολῇ Δὰν, ἀναμὲσον Σαρὰ καὶ ἀναμέσον Ἐσθαόλ. | [Luc. i. 80]: τὸ δὲ παιδίον ηὔξανε καὶ ἐκραταιοῦτο πνεύματι, κὰι ἦν ἐν ταῖς ἐρήμοις, ἕως ἡμέρας ἁναδείξεως αὐτοῦ πρὸς τὸν Ἰσραήλ. |
Comp. [Gen. xxi. 20.] [↑]
| [Gen. xvi. 11]. (LXX.): καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰσμαήλ. | [Luc. i. 13]: καὶ καλέσεις τὸ ὄνομα αὐτοῦ Ἰωάννην. |
[xvii. 19]: — — Ἰσαάκ. [↑]
[52] Olshausen, bibl. Commentar, 1. s. 116. Hoffmann, s. 146. [↑]
[53] With this view of the passage compare De Wette, Exeg. Handbuch zum N. T., 1, 2, s. 12. [↑]