[351]. Cf. Col. iv. 6.

[352]. πίστεως.

[353]. 1 Pet. iii. 15.

[354]. ἤτοι διαβαλοῦμεν τοῖς αὐτὴν μὴ παραδεξαμένοις, καὶ ἐγκαλέσομεν τῇ ἱστορίᾳ ὡς οὐκ ἀληθεῖ· ἤ δαιμόνιόν τι φήσομεν παραπλήσιον τοῖς ἐπιδεικνυμένοις γόησιν ἀπατῇ ὀφθαλμῶν πεποιηκέναι καὶ περὶ τὸν Ἀστυπαλαιέα. Spencer in his edition includes μὴ in brackets, and renders, “Aut eos incusabimus, qui istam virtutem admiserint.”

[355]. οἳς προσάγομεν αὐτῷ, ὡς διὰ μεταξὺ ὄντος τῆς τοῦ ἀγενήτου καὶ τῆς τῶν γενητῶν πάντων φύσεως. “Hoeschel (itemque Spencerus ad marg.) suspicabatur legendum: ὡς δὴ μεταξὺ ὄντος. Male. Nihil mutari necesse est. Agitur quippe de precibus, quas offerimus Deo ‘per eum, qui veluti medius est inter increatam naturam et creatam.’”—Ruæus.

[356]. ἀδολεσχῆσαι.

[357]. τὰς τουτῶν ἀποδοχὰς.

[358]. ὡς κἂν τὸ τυχὸν ἀκολασίας κἂν ἐπ’ ὀλιγὸν γευσαμένου;

[359]. οὗ ἀρετὰς οἱ μέν τινες κυβευτικώτερον ζῶντες καταψεύδονται.

[360]. ἀκολούθως τῇ ἐν τῷ λέγειν τεραστίως πιστικῇ δυνάμει.