[11] θύραθεν ἐπεισέρχεται into the man as he is being made, GA. 736b, 28; cf. ὁ θύραθεν νοῦς, 744b, 21.

[12] νοῦς is ἀπαθής, ἀμιγής, οὐ μέμικται τῷ σώματι—it has no physical ὄργανον, de An. iii, 4. οὐδὲν αὐτοῦ (τοῦ νοῦ) τῇ ἐνεργείᾳ κοινωνεῖ σωματικὴ ἐνέργεια, GA. 736b, 28.

[13] μόριον τῆς ψυχῆς, de An. 429a, 10 ff. ψυχὴ οὐχ ὅλη, ἀλλ’ ἡ νοητική, 429a, 28. ἡ ψυχὴ . . . μὴ πᾶσα ἀλλ’ ὁ νοῦς, Meta. 1070a, 26.

[14] The ζῷον a μικρὸς κόσμος, Phys. 252b, 26.

[15] νοῦς, θειότερόν τι καὶ ἀπαθές, de An. 408b, 29.—τὸν νοῦν θεῖον εἶναι μόνον, GA. 736b, 28 (737a, 10). εἴτε θεῖον ὅν εἴτε τῶν ἐν ἡμῖν τὸ θείοτατον, EN. 1177a, 15. νοῦς is τὸ συγγενέστατον to the gods, 1179a, 26.—τὸ ἀνθρώπων γένος ἢ μόνον μετέχει τοῦ θείου τῶν ἡμῖν γνωρίμων ζῴων ἢ μάλιστα πάντων, PA. 656a, 7.

[16] ἔργον τοῦ θειοτάτου τὸ νοεῖν καὶ φρονεῖν, PA. 686a, 28.

[17] Meta. Λ 7, 9.

[18] EN. 1178b, 7–22; Cael. 292b, 4 ff.

[19] So too ἐπικαλύπτεται ὁ νοῦς ἐνίοτε πάθει ἢ νόσῳ ἢ ὕπνῳ, de An. 429a, 7.

[20] θιγγάνειν is the term often applied to the activity of νοῦς, i.e. a simple and indivisible act of apperceiving the ἀσύνθετα. This act not being composite (of subject and predicate), like judgment, leaves no room for error: the act simply occurs or does not occur—ἀληθές or ψεῦδος does not enter into the question with it. Meta. 1051b, 16–26 (θιγεῖν, 24–5), 1027b, 21.