INDEX OF GREEK WORDS AND PHRASES
- ἀγάπη, [603]
- ἀγγελικά, [68]
- ἀγγελοθωρεῖ, [288]
- ἀγγελοκρούσθηκε, [289]
- ἀγγελομαχεῖ, [289]
- ἀγγελοσκιάζεται, [289]
- ἀγγελοφορᾶται, [289]
- ἁγι̯ασμός, [197]
- ἀγιελοῦδες, [147], [176]
- ἅγος, [451]
- ἀδερφοί μας, οἱ, [70]
- ἀδερφοφᾶδες, [208]
- ἀερικά, [68], [283]
- Ἀκμονίδης, [116]
- ἀκοίμητο καντῆλι, τὸ, [508]
- ἀλαίνειν, [472], [474]
- ἀλάομαι, [474]
- ἀλάστωρ (see [Alastor]), [462] f., [465] ff.
- ἀλαφροστοίχει̯ωτοι, [204], [288]
- ἀλιτήριοι, [482]
- Ἀλουστίναι, [155]
- ἄλυτος, [381], [397]
- ἀμπόδεμα, [19]
- ἀμφιθαλής, [600]
- ἀναικαθούμενος, [382]
- ἀναρᾳδοπαρμένος, [142]
- ἀνάρραχο, [381]
- ἀνασκελᾶδες, [205] (note 1)
- ἀνεμικαίς, [150]
- ἀνεμογαζοῦδες, [150]
- ἄνθρακες ὁ θησαυρός (proverb), [281]
- ἀπάντημα, [306]
- ἀπενιαυτεῖν, [445]
- ἀποικίζω (in Soph. O. C. 1383 ff.), [419]
- ἀπόρρητος, [569]
- Ἀράπηδες, [276]
- ἀραχνιασμένος, [518]
- ἄρρητος, [569]
- ἀστροπελέκι, [72]
- ἀσώματοι, οἱ, [144]
- Ἀφροδίτισσα, [118]
- βάμπυρας, [378]
- βασίλιννα, [583]
- βασίλισσα τοῦ γιαλοῦ, ἡ, [163]
- βασίλισσα τῶν βουνῶν, ἡ, [163]
- βασκαίνω, [9]
- βασκανία, [9]
- βασκανισμοί, [14]
- βιστυρι̯ά, [9] (note 2)
- βόμπυρας, [378]
- βουρκόλακας, [364]
- Βραχνᾶς, [21]
- βρυκόλακας, [364]
- βρυκολακιάζω, [390]
- Γελλοῦδες, [148], [177]
- γενέσια, [531]
- γεραραί, [583]
- γιαλοῦδες, [147], [176]
- Γιλλόβρωτα, [178]
- γλαυκῶπις, [207]
- Γοργόνες, [184]
- γραψίματα τῶν Μοιρῶν, [126]
- δᾳδουχία, [566]
- δαίμονας τῆς θάλασσας, ὁ, [75]
- δαίμονες, [569]
- δαίμονες )( θεοί, [41]
- δαιμόνια, [68]
- δαιμόνιον μεσημβρινόν, [79]
- δὲν ξέρει τὰ τρία κακὰ τῆς Μοίρας του, [127]
- δένω, [397]
- δέσιμον, [19]
- δέσποινα, [90]
- δέω, [397]
- Δημητρεῖοι, [579]
- διαβόλισσαις, [149]
- δράκος, δράκοντας, [280]
- δράσαντι παθεῖν (proverb), [435]
- δρύμαις, [151]
- δρύματα, [151]
- ἐγκοίμησις, [61]
- εἰδωλικά, [68]
- εἰρεσιώνη, [35]
- ἐλευθεροῦν, [424]
- ἐναγίσματα, [530], [531]
- ἔνατα, [531], [532]
- ἐνόδιοι σύμβολοι, [298]
- ἐξωπαρμένος, [143]
- ἐξωτικά, [143]
- ἐξωτικός, [67]
- ἑορτοπιάσματα, [208]
- ἐποπτεία, [566]
- ἐργασάμενος, [578]
- ἔρως, [603]
- Ἔρωτας, ὁ, [118]
- εὐδαίμων, [600]
- εὔμορφος, [439]
- εὐρώεις, [518]
- ἔχει ᾱπ’ ἔξω, [143]
- ζαβέται, [146]
- ζούμπιρα, [69]
- ζωντόβολα, [69]
- Θάνατος, personification of, [115]
- θεός, modern applications of word, [48]
- θεοφιλής, [566]
- θύειν, [335]
- θυσία, [335]
- θυσίαι, [530]
- ἱερὸς γάμος, [591]
- ἱεροφαντία, [566]
- ἱπποκένταυροι, [235]
- ἰσκιοπατήθηκε, [289]
- ἴσκιος, [289]
- ἴυγξ, [18]
- ἰχθυοκένταυροι, [235]
- κάηδες, [208]
- καθαρεύειν τῇ φωνῇ, [568]
- καθάρματα, [355]
- καϊμπίλιδες, [209]
- κακανθρωπίσματα, [205]
- κακαουσκιαίς, [153]
- καλαὶς ἀρχόντισσαις, ᾑ, [132]
- καλαὶς κυρᾶδες, to whom applied, [171]
- Καλή, ἡ ἅγι̯α, [164]
- Καλὴ τῶν ὀρέων, ἡ, [166]
- καλι̯οντζῆδες, [215]
- καλιτσάγγαρος, [220]
- καλκαγάροι, [213]
- καλκάνια, [213]
- καλκατζόνια, [215]
- καλλικαντζαρίνα, [200]
- καλλικάντζαρος, derivation of, [232] ff.;
- dialectic varieties of form of, [211] ff.;
- proposed derivations of, [215] ff.;
- table of dialectic forms of, [214]
- καλλικαντζαροῦ, [200]
- καλλικυρᾶδες, [132]
- Καλλισπούδηδες, [192]
- καλοί, οἱ, [70]
- καλοΐσκι̯ωτος, [289]
- καλοκυρᾶδες, ᾑ, [125], [132]
- καλορίζικοι, οἱ, [70]
- Κάλω, ἡ κυρά, [163]
- καμπουχέροι, [223], [227]
- κάνθαρος, [219]
- κανίσκια, [487]
- καντανικά, [69]
- κάντζαρος = κένταυρος, [233]
- κάρφωμα, [17]
- καταχανᾶδες (see [Vrykolakes]), [372]
- καταχανᾶς, [382]
- καταχύσματα, [535] (note 4)
- κατζαρίδες, [219]
- κατσικᾶδες, [193]
- κατσιμπουχέροι, [223], [227]
- καψιούρηδες, [203]
- Κήρ, [289]
- κίρκος, [311]
- κλεηδόνιος (epithet of Hermes), [306]
- κλήδονας, ὁ, [304]
- κληδόνες, [298]
- κληδών, [304]
- κνώδαλα, [460]
- κοιμητήρια, [542]
- κόλλυβα, [487], [535]
- κόλπος, [596]
- κόλυμβος, [129]
- κόπηκε ἡ κλωστή του (proverbial), [124]
- κόρυμβος, [129]
- κοσκινομαντεία, [331]
- κουκουβάγια, [310], [311]
- κουρμπάνι̯α, [322]
- κουτσοδαίμονας, ὁ, [207]
- κρυερός, [518]
- κρυοπαγωμένος, [518]
- κυρά, ἡ μεγάλη, [163]
- κυρὰ τοῦ κόσμου, ἡ, [89]
- κυρὰ τσῆ γῆς καὶ τσῆ θαλάσσης, ἡ, [54], [91]
- κωλοβελόνηδες, [192]
- λάμπασμα, λάμπαστρο, [381]
- λοιβαί, [530]
- λουτροφόρος, [556], [594]
- Λυκαῖος, [352]
- λυκάνθρωπος, [241], [384]
- λυκοκάντζαροι, [203], [215]
- λυκοκάντζαρος, [239] f.
- λυόνω, [397]
- λύω, [397]
- μαζεύει γράμματα γιὰ τοὺς πεθαμμένους (proverb), [346]
- μαζώθηκε τὸ κουβάρι του (proverbial), [124]
- μακαρία, [532]
- μακαρίτης, [532]
- μακραίωνες, [156]
- μάνα τοῦ Ἔρωτα, ἡ, [118]
- μαντική, [298]
- μασχαλίζειν, [435] f., [442]
- μασχαλισμός, [359]
- μάτι, τὸ κακό, [9]
- μάτι̯αγμα, [9]
- ματιάζω, [9]
- μέγαρα, [94]
- μελιτοῦττα, [533]
- μήνιμα, [447], [449]
- μίασμα, [425], [451]
- μιάστωρ (see [Miastor]), [462] ff.
- μνημόσυνα, [487], [534]
- Μοῖρα, [289]
- Μοῖραις, [120], [122], etc.
- Μόρα (or Μώρα), ἡ, [174]
- μυρολογήτριαις, μυρολογίστριαις, [347]
- μυρολόγια (see [Dirges])
- μύσος, [451]
- νὰ φᾶς τὸ κεφάλι σου, [14]
- νεκύσια, [531]
- νεραϊδάλωνο, [148]
- Νεράϊδες, [130]
- Νεραΐδης, [149]
- νεραϊδογεννημένος, [134]
- νεραϊδογνέματα, [134]
- νεραϊδοκαμωμένος, [134]
- νοικοκύρης, [260]
- ντουπί, [370]
- νύμφη, [131]
- νυμφόληπτος, [142]
- νυφίτσα, [328]
- Νυχτοπαρωρίταις, [195]
- ξαφνικά, [68]
- ξεραμμέναις, [160]
- ξεφτέρι, [317] (note 1)
- ξόανα, [226]
- ξόρκια, ξορκισμοί, [14]
- ξωτικά, [67], [207]
- ὁ βρυκόλακας ἀρχίζει ἀπὸ τὰ γένειά του (proverb), [387]
- ὁ διὰ κόλπου θεός, [586]
- οἰκοσκοπικόν, [298], [327]
- οἰκουροί, [260]
- οἰωνός, [308]
- ὀνοκένταυροι, [235], [237] f.
- ὄρνις, [307]
- ὅτι γράφουν ᾑ Μοίραις, δὲν ξεγράφουν (proverbial saying), [122]
- παγανά, [67], [207]
- παλαμναῖος, [448]
- παλμικόν, [298], [329]
- πανηγύρια, [34]
- παππαροῦνα, [24]
- παρηγορία, [533]
- παρμένος, [142]
- Παρωρίταις, [195]
- παστάς, [96], [587]
- παστός, [587]
- πεντάγραμμον, [113]
- πεντάλφα, [113]
- περατίκι, [109], [286]
- περίδειπνον, [531], [532]
- περπερία, [24]
- Πεταλώτης (title of S. George), [261]
- πιασμένος, [142]
- πίζηλα, [70]
- Πλανήταροι, [192], [204]
- πλάτωμα, [148]
- πρόθεσις, [497]
- προμνήστρια, [558]
- προξενήτρια, [558]
- προστρέπω, προστρέπομαι, [479]
- προστροπαῖος, [462] f., [479] ff.
- προτέλεια, [591]
- Ῥἱζικάς, ὁ, [304] (note 3)
- ῥουκατζιάρια, [224], [226]
- ῥουσάλια, [45]
- σαββατογεννημένοι, [288]
- σαραντάρια, σαρανταρίκια, [488] (notes 1 and 2)
- σαραντίζω, [20]
- σαρκωμένος, [382]
- σκαλλικάντζαρος (see [καλλικάντζαρος]), [213]
- σκατζάρια, [215]
- σκατσάντσαροι, [215]
- σκηνή, [35]
- σκιορίσματα, [203], [205]
- σκόρδο ’στὰ μάτι̯α σου, [14]
- σμερδάκια, [69]
- σπλαγχνοσκοπία, [325]
- σπονδαί, [530]
- στοιχει̯ά (στοιχεῖα) (see [Genii]);
- comprehensive usage of, [69]
- στοιχεῖα, development of meaning of, [255] ff.;
- τοῦ κόσμου, τὰ (St Paul), [255–6]
- στοιχειό, [548]
- στοιχειόνω, [267]
- στοιχειοῦν, [256]
- στοιχειωματικός, [256]
- στοιχειωμένος, [258], [382]
- στρίγγαι, [144]
- στρίγλαις (στρίγγλαις, στρῦγγαι), [180–1]
- στριγλοποῦλι, [180]
- συρτός, [34]
- σφάζειν, [336]
- σφανταχτά, [68]
- σώθηκε ἡ κλωστή του (proverbial), [124]
- ταράματα, τά, [226]
- ταριχευθέντα (Aesch. Choeph. 288), [421], [456]
- τέλειοι, [591]
- τελεύμεναι, αἱ, [590]
- τέλη, [553]
- τελώνια, comprehensive usage of, [69]
- τελωνιακά, [286]
- τῆς Λάμιας τὰ σαρώματα (proverb), [174]
- τόπακας, [260]
- τριακάδες, [531]
- τρίτα, [530], [532]
- τροῦπαις τοῦ διαβόλου, ᾑ, [85]
- τσίκρος, [311]
- τσιλικρωτά, [192]
- τσίνια, [68]
- τυμπανιαῖος, [365], [370], [381], [385] f., [400]
- τυμπανίτης (see also [τυμπανιαῖος]), [400]
- Τύχη, [289]
- ὑδροφορεῖν, [593]
- Φανιστής, ὁ, [304] (note 3)
- φαντάσματα, [68]
- φαρμακός, ὁ, [355]
- φάσκελον, τὸ, [14]
- φάσματα, [68]
- Φῆρες, [245], [250]
- χαμοδράκι, [281] (note 2)
- χαροποῦλι, [310]
- Χάροντας, [97]
- Χάρος, [97]
- χαρούμενοι, οἱ, [70]
- Χαρώνειος, [114]
- Χαρωνῖται, [114]
- χειροσκοπικόν, [298]
- χελιδόνιον, meaning of, [161] (note 2)
- χελιδόνισμα, [35]
- χοαί, [530]
- ψυχόπηττα, [534]
- ὠμοπλατοσκοπία, [321]
- ὠοσκοπικά, [331]
- ὥρα τὸν ηὗρε, [143]
CAMBRIDGE: PRINTED BY JOHN CLAY, M.A. AT THE UNIVERSITY PRESS.